Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Φίλιππος- Κεφάλαιο Πρώτο


Κεγάλαιο Πρώτο

Η κουνιστή καρέκλα

Ο Φίλιππος χτυπούσε τα κουμπιά του πληκτρολογίου με μανία. Από αυτά έβγαιναν ακαθόριστα γράμματα κι αυτός ευχόταν πως τα κουμπιά θα έπαιρναν πρωτοβουλία και θα σχημάτιζαν από μόνα τους λέξεις. Έχω διορία, έλεγε από μέσα του, έχω διορία, πρέπει να τελειώσει σήμερα. Κοίταξε το δερμάτινο ρολόι του. Ευτυχώς ήταν ακόμα σήμερα, εννιά το βράδυ. Δεν ήταν άνθρωπος που μπoρούσε να δημιουργήσει υπό καθεστώς πίεσης και στην προκειμένη περίπτωση του είχε μείνει μονάχα ένα τελευταίο κεφάλαιο για να ολοκληρωθεί το καινούριο του βιβλίο με όνομα “Ο Δράκουλας της Στοκχόλμης”.
Ακούμπησε το κεφάλι του στο πληκτρολόγιο και έμεινε να ακούει τον χαρακτηριστηκό ήχο που κάνει ο υπολογιστής όταν βγάζει σφάλμα. «Α, για άκου να σου πω...» είπε στο μηχάνημα «δεν βοηθάς καθόλου» ξεφύσηξε.
«Το φαγητό είναι έτοιμο!», ακούστηκε η φωνής της Μάγδας από την άλλη άκρη του σπιτιού. «Είναι το αγαπημένο σου».
«Δρακουλίνια;» μουρμούρισε αυτός μέσα από τα δόντια του.
Η Μάγδα ήταν μια υπέργηρη οικιακή βοηθός που εργαζόταν στο σπίτι από όταν ο Φίλιππος ήταν έφηβος. Όταν η μητέρα του πέθανε, η Μάγδα ζήτησε από τον Φίλιππο να συνεχίσει να έρχεται στο σπίτι ακόμα και χωρίς αμοιβή, καθώς του έτρεφε μεγάλη αδυναμία και τον είχε κάνει δεύτερο παιδί της. Αυτός, που τώρα πια κοιμόταν στο δωμάτιο της μητέρας του, για αντάλλαγμα της παραχώρησε το παλιό του δωμάτιο για να μένει τα σαββατοκύριακα που έρχονταν στο σπίτι. Αυτή του ετοίμαζε φαγητό για ολόκληρη την εβδομάδα και καθάριζε το σπίτι.
Ο Φίλιππος δεν ασχολούνταν με τα εγκόσμια. Έβρισκε εντελώς ανούσιο το μαγείρεμα, το καθάρισμα, τις τυπικές διαδικασίες και τις όποιες αλληλεπιδράσεις με άλλους ανθρώπους. Η Μάγδα του έλεγε ότι είναι ακόμα πολύ νωρίς, ότι έχει ακόμα χρόνο, πως είναι μόνο τριανταπέντε χρονών και πως ακόμα κι αν δεν του έχει δημιουργηθεί η ανάγκη να συμπεριλάβει ανθρώπους στη ζωή του θα του συμβεί στο μέλλον. Αυτός από την άλλη πίστευε πως θα καταλήξει μόνος του κι αυτό δεν τον πείραζε καθόλου. Αν έδινε σημασία όμως στα λόγια κάποιου, αυτός ο κάποιος ήταν η Μάγδα και ο εκδότης του. Τη Μάδγα γιατί τον μεγάλωσε και τον εκδότη του γιατί τον πληρώνει.
Σηκώθηκε από την κουνιστή καρέκλα του γραφείου του και έσυρε τα μουδιασμένα από την πολύωρη ακινησία πόδια του προς την κουζίνα. Η Μάγδα είχε στρώσει το μικρό στρογγυλό τραπέζι. Ένα σερβίτσιο γι αυτόν από τη μια πλευρά, ένα πλαστικό μπωλ πακεταρισμένο για την ίδια από την άλλη.
«Κάτσε να φας μαζί μου» ψιθύρισε ο Φίλιππος.
Η Μάγδα σήκωσε τα φρύδια της σα να μη πίστευε αυτό που μόλις άκουσε.
«Είσαι σίγουρος;» είπε χαμηλόφωνα.
Στο πρόσωπο του σχηματίστικε ένα μικρό χαμόγελο. Δεν χρειάστηκε να πει τίποτε παραπάνω καθώς η Μάγδα λίγα δευτερόλεπτα αργότερα είχε ήδη κάτσει στο τραπέζι με το φαγητό της τοποθετημένο πάλι σε σερβίτσιο.
«Καλή όρεξη» του είπε.
Το μικρό τραπέζι είχε πάνω του λογιών λογιών φαγητά. Ένα μεγάλο μπωλ κρεμμυδόσουπα, ψητό κοτόπουλο, πένες με άσπρη σάλτσα και για επιδόρπιο δύο μικρά πιατάκια με μους σοκολάτα.
«Τι γίνετε με το βιβλίο;» αναφώνησε η Μάγδα σπάζοντας τη σιωπή. Ο Φίλιππος δεν είπε τίποτα παρά μόρφασε. «Κατάλαβα» απάντησε αυτή.
«Πρέπει να το έχω στείλει ως της 7 το πρωί, αύριο. Μου έχει μείνει ένα κεφάλαιο. Ένα και μοναδικό και όλα τα σχέδια που είχα γι αυτό εξαφανίστηκαν. Δε μπορώ να σκεφτώ τίποτα» είπε αργόσυρτα αυτός. Παράτησε το πιρούνι πάνω στο τραπέζι κι άρχισε να παίζει νευρικά με τα μακρυά μαύρα μαλλιά του.
«Δεν είχες κάνει κάποιο προσχέδιο;» αναφώνησε η Μάγδα όλο ενθουσιασμό. «Διάβαζα προχθές τη βιογραφία του Μάρκους Μπενθαμ κι έγραφε μέσα ότι οι μεγαλύτεροι συγγραφείς ξέρουν ήδη το τέλος των βιβλίων τους και χρησιμοποιούν αυτό ως πυξίδα». Αυτός την κοίταξε έκπληκτος.
«Είχα προσχέδιο, αλλά όσο έγραφα τόσο άλλαζε η πορεία του βιβλίου μου και τώρα πια δε ξέρω που θέλω να καταλήξω» έκανε ο Φίλιππος. «Συγχώρεσέ με όμως τώρα, αν δε τελειώσω δεν θα έχω να φάω σε λίγο καιρό».
Σηκώθηκε από την καρέκλα και ως προς έκπληξη και των δύο της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο, επέστρεψε στο δωμάτιό του άναψε την λάμπα του και ξανακάθισε για πολλοστή φορά στην κουνιστή του καρέκλα.
Έλεγε την αλήθεια. Είχαν περάσει 5 χρόνια από την τελευταία φορά που είχε γράψει το οτιδήποτε και τον τελευταίο χρόνο πάλευε να τελειώσει αυτό το βιβλίο. Μισή σελίδα την ημέρα έγραφε και πάντα με το ζόρι. Αν δεν τελείωνε αυτό το βιβλίο δεν θα είχε κανένα εισόδημα. Πολλές φορές αναρωτήθηκε γιατί το πράγμα που αγαπάει περισσότερο στον κόσμο ξαφνικά του φαινόταν τόσο δύσκολο, καταναγκαστικό και σχεδόν ακατόρθωτο.
Ακούμπησε ξανά τα δάχτυλά του στα πλήκτρα και άρχισε να γράφει ασυναρτησίες. Μέσα στο υποφωτισμένο δωμάτιο αλλά και στο υπόλοιπο σπίτι επικρατούσε σχεδόν απόλυτη ησυχία. Το μόνο που ακούγονταν ήταν τα ροχαλητά της Μάγδας από το διπλανό δωμάτιο που έδιναν την αίσθηση ότι το σπίτι θα γκρεμίζονταν από λεπτό σε λεπτό.
Control A. Διαγραφή. Όχι, όχι όλο το κείμενο. Αναίρεση. Ξεφύσηξε. Το ρολόι αυτή τη φορά έλεγε μια και τέταρτο και το ανοιγμένο έγγραφο στον υπολογιστή του Φίλιππου δεν έλεγε απολύτως τίποτα. Ένιωθε την πίεση μέσα στο κεφάλι του να κατακλύζει όλο του το σώμα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε δειλά να γράφει λέξεις. Η μόνη συνθήκη ήταν να βγάζουν νόημα, να οδηγούν κάπου, να λένε κάτι.
Από το διπλανό σπίτι άρχισε να ηχεί πολύ χαμηλά μουσική. Ο Φίλιππος χαμογέλασε ειρωνικά καθώς έπιασε να γράφει. Πληκτρολογούσε στο ρυθμό της μουσικής. Ένα, πέρασαν. Δύο, σχεδόν. Τρια, πενήντα. Τέσσερα, χρόνια. Το πληκτρολόγιο του υπολογιστή ξαφνικά θύμιζε πιάνο κι ο Φίλιππος ένας ερασιτέχνης πιανίστας που ξαφνικά βρήκε τον σωστό ρυθμό και όσο έπαιζε μουσική, τόσο πιο πολύ συνοχή έμοιαζε να έχει το κονσέρτο του. Και τότε η μουσική σταμάτησε.
«Όχι» φώναξε εξοργισμένος χτυπώντας με δύναμη το γραφείο. «Όχι, γαμώ το κέρατο μου... όχι». Το ροχαλητό σταμάτησε απότομα. Αίφνης σηκώθηκε όρθιος κι έτρεξε προς το μικρό παράθυρο. Άνοιξε διάπλατα τα παντζούρια και άρχισε να φωνάζει.
«Άνοιξέ το. Άνοιξε πάλι τη μουσική. Γύρνα πίσω...» η ένταση της φωνής του χαμήλωνε με την κάθε του λέξη. «Γύρνα πίσω».
«Βούλωσε το. Ο κόσμος κοιμάται τέτοια ώρα!» τσίριξε η κυρία Μίνα που έμενε στο από πάνω διαμέρισμα.
Ξάφνου συνειδητοποίησε πως δεν έχει ξανανιώσει μεγαλύτερη απογοήτευση σε ολόκληρη τη ζωή του. Ξανακάθησε στην κουνιστή καρέκλα και ακούμπησε το κεφάλι του για άλλη μια φορά στο πληκτρολόγιο. Ο διαπεραστικός ήχος του σφάλματος τρυπούσε τον εγκέφαλό του αλλά αυτός είχε πάψει πια να δίνει σημασία και καθώς το κεφάλι του πληκτρολογούσε για μια τελευταία φορά το Control A, από το απέναντι διαμέρισα άρχισε να ξαναπαίζει χαμηλά η μουσική.














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου