Κεφάλαιο δεύτερο
Σιρόπι
σοκολάτας
Ο
Φίλιππος ξύπνησε απότομα από ένα γνώριμο
θόρυβο. Η Μάγδα φρόντιζε πάντα να χτυπάει
την πόρτα του δωματίου του πολύ ελαφριά
για να μην τον ενοχλεί. Κοίταξε πανικόβλητα
το ρολόι του. Ευτυχώς η ώρα ήταν μόνο
5:30 το πρωί. Ξημέρωνε Δευτέρα. Τον είχε
πάρει ο ύπνος στην καρέκλα του, τώρα
όμως τον ενοχλούσε ο αυχένας. Κούνησε
ελαφρά το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά
για να απαλύνει λίγο τον πόνο.
<<Μπορώ
να μπω;>> ρώτησε σιγανά η Μάγδα από
την άλλη πλευρά της πόρτας.
<<Μπες>>
απάντησε παγερά. Η πόρτα άνοιξε αργά
αλλά η Μάγδα δε προχώρησε παραπάνω από
ένα βήμα. Ήταν σαν να ήθελε να κρατήσει
μια απόσταση ασφαλείας ανάμεσα τους.
<<Θα
φύγω σήμερα>> ανακοίνωσε, << Σου
έχω αφήσει φαγητό στην κατάψυξη. Φτάνει
για όλη την εβδομάδα. Επίσης έφτιαξα
λουκουμάδες για πρωινό και τους άφησα
στο τραπέζι. Αν θέλεις, στο πάνω δεξί
ντουλάπι, έχει σιρόπι σοκολάτας. Τους
ταιριάζει πολύ>>.
<<Ευχαριστώ>>
είπε ανέκφραστα ο Φίλιππος, <<Θα τα
πούμε την ερχόμενη Παρασκευή...>>
<<Το
βιβλίο;>> τον διέκοψε αγχωμένα η
Μάγδα.
<<Τέλειωσα...το
τέλειωσα.>> την καθησύχασε αυτός.<<Πήγαινε
τώρα, έχω κάποιες διορθώσεις να κάνω.
Όταν έχω οποιοδήποτε νέο θα σου
τηλεφωνήσω>> της είπε καθώς σηκωνόταν
από το γραφείο.
Η
αλήθεια ήταν πως ακόμα κι αν δεν είχε
και τις καλύτερες σχέσεις με τους
υπόλοιπους ανθρώπους απογοητεύονταν
όταν έβλεπε τη Μάγδα να φεύγει, χωρίς
όμως να ξέρει γιατί. Πάντα απορούσε
γιατί δεν ερχόταν να μείνει μόνιμα μαζί
του εφόσον δεν είχε κάποιον άλλο στον
κόσμο. Παρ' όλα αυτά ποτέ δεν της το είχε
προτείνει κι ακόμα και τώρα, μετά από
τόσα χρόνια.
Αφού
την ξεπροβόδισε με ένα ψεύτικο χαμόγελο
και έκλεισε την πόρτα πίσω του, έκανε
να επιστρέψει στο δωμάτιό του. Όσοι
μισθοί προσέλθετε,
σκέφτηκε στην ιδέα της έκδοσης του
βιβλίου του. Είχε γράψει άλλα δύο. Το
ένα ήταν νουβέλα, “Μικρές ιστορίες του
βάλτου” το είχε ονομάσει. Το άλλο και
το αγαπημένο του ήταν η βιογραφία ενός
φανταστικού προσώπου. Ούτε ο ίδιος του
ο εκδότης δεν είχε καταλάβει ότι το
πρόσωπο αυτό δεν ήταν υπαρκτό. <<Ποιος
είναι αυτός ο Πρίμλι;>>, τον είχε
ρωτήσει, <<Τον ξέρει κανένας;>>, μα
έλα που η ιδέα του για φανταστηκό πρόσωπο
δεν έπιασε. Έτσι αυτό το βιβλίο κατέληξε
να περιμένει σκονισμένο στα πίσω ράφια
των βιβλιοπωλείων.
Η
γειτονιά είχε αρχίσει να ξυπνάει. Ο πλανόδιος οπωροπώλης περνούσε από κάτω
με το καρότσι του. Η κυρία Μίνα, την οποία
απεχθανόταν ο Φίλιππος, βάδιζε πέρα
δώθε στο από πάνω διαμέρισμα και από
απέναντι ακούγονταν πάλι μουσική. Άλλο
τραγούδι σήμερα, σκέφτηκε
αυτός, ποιος στο
καλό μένει απέναντι;
Πλησίασε
το παράθυρο, ακούμπησε τα χέρια του στο
παγωμένο περβάζι και έβγαλε το κεφάλι
του έξω. Προσπαθούσε να διακρίνει την
οποιαδήποτε φιγούρα ανάμεσα από τις
μισόκλειστες κουρτίνες αλλά απέτυχε.
<<Ευχαριστώ>> ψιθύρισε κοιτάζοντας
το απέναντι παράθυρο κι έκανε ένα βήμα
πίσω.
Ξαφνικά
τον περιέλουσε ένα αίσθημα έντονης
ανησυχίας καθώς θυμήθηκε το βιβλίο.
Έκλεισε κατευθείαν το παράθυρο και
ξανακάθησε το γραφείο του. Δεν
υπάρχει χρόνος για διορθώσεις, στείλτο
να πάει στα κομμάτια,
σκέφτηκε. E-mail,
επισύναψη
αρχείου, αποστολή επιτυχής. Άφησε τα
χέρια ελεύθερα δεξιά και αριστερά του,
τέντωσε τα πόδια του κάτω από το γραφείο
και άφησε το κεφάλι του να πέσει ελεύθερα
προς τα πίσω και κοίταξε το ταβάνι. Ξεφύσηξε τόσο δυνατά που οι κουρτίνες
του διπλανού παραθύρου κουνήθηκαν
ελαφρώς. Αυτό ήταν.
Ακούστηκε
ένα γουργουρητό από το στομάχι του. Η
ανακούφιση του θύμισε την πείνα του. Το
βράδυ δεν είχε καταφέρει να φάει και
του ήρθαν στο μυαλό οι λουκουμάδες.
Έφερε το πρωινό του στο δωμάτιο.
Ευχαρίστησε άλλη μια φορά τη Μάδγα από
μέσα του και με συντροφιά την αργή
μουσική που ερχότανε από απέναντι άρχισε
να τρώει. Καταβρόχθισε με μανία όλο το
πιάτο με τους λουκουμάδες και ήπιε
μονομιάς το χυμό πορτοκάλι που είχε
φέρει
μαζί του. Μερικά λεπτά αργότερα ένιωθε
περισσότερο φουσκωμένος απ' ότι έπρεπε.
Άνοιξε
το τελευταίο συρτάρι του παλιού
ετοιμόρροπου γραφείου κι έβγαλε από
μέσα ένα ξεφτυσμένο πακέτο τσιγάρα που
είχε αγοράσει πριν την κηδεία της μητέρας
του. Έβαλε ένα στο στόμα και το άναψε.
Είχε μήνες να καπνίσει και η πρώτη γεύση
του έφερε αηδία. Μέχρι να τελειώσει αυτό
το ένα και μοναδικό τσιγάρο ένα σύννεφο
καπνού είχε κατακλύσει ολόκληρο το
δωμάτιο. Οι ακτίνες του ήλιου που έμπαιναν
μέσα από το παράθυρο κολάκευαν τον
καπνό. Ο Φίλιππος έμενα να το κοιτάζει.
Και μετά τον χτύπησε. Τι θα έκανε ολόκληρη
την εβδομάδα; Είχε νιώσει άνετα με τη
συνήθειά του. Θα ξυπνούσε το πρωί, θα
έτρωγε, θα αντάλλαζε δύο κουβέντες με
την Μάγδα αν ήταν Σαββατοκύριακο και
μετά θα έγραφε μέχρι να πιάσει νύχτα
και να τον αφήσει η έμπνευση.
Του
είχε λείψει πολύ ένα πολύ σημαντικό γι
αυτόν συναίσθημα. Η ουσιαστική ανάγκη
για συγγραφή. Δεν είναι πολύ ενοχλητικό
να σε πνίγει η ανάγκη της συγγραφής αλλά
να μην βρίσκεις ποτέ το σωστό θέμα; Το
θέμα που θα σε γέμιζε. Το θέμα που θα σε
έκανε να περνάς ολόκληρες τις μέρες και
τις νύχτες σου πάνω από το πληκτρολόγιο
του υπολογιστή σου. Το θέμα της ζωής
σου. Αυτό που θα σε έκανε να μετανιώνεις
την ώρα και τη στιγμή που άρχισες να το
γράφεις γιατί τώρα δεν μπορείς να ζείς
χωρίς αυτό, που σε κάνει να νιώθεις
άσχημα κάθε λεπτό που τα δάχτυλά σου
δεν γράφουν. Αυτό το αίσθημα το είχε
νιώσει μόνο μία φορά.
Η
Μάγδα ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε
διαβάσει όλα του τα βιβλία. Την προσέγγιζε
κάθε φορά που τελείωνε ένα βιβλίο του
μήπως και αποσπάσει κάποιου είδους
κριτική ή έστω κάποιο σχόλιο αλλά η
Μάγδα έκλεινε το βιβλίο, του χαμογελούσε
και ξαναεπέστρεφε στην κουζίνα χωρίς
να βγάλει άχνα. Τότε ο Φίλιππος επέστρεφε
στο δωμάτιό του απογοητευμένος και
έβγαινε πάλι έξω μόνο όταν έφευγε η
αμηχανία που αισθανόταν. Μόνο
ανασφαλείς άνθρωποι γίνονται συγγραφείς,
είχε πει στον εαυτό του.
Ακούστηκε
ένας δυνατός κρότος από κάπου κοντά και
μετά άλλος ένας και άλλος ένας και γύρισε
προς το ανοιχτό παράθυρο. Ανασηκώθηκε,
γούρλωσε τα μάτια του και είδε μέσα από
τις τώρα ανοιχτές κουρτίνες του απέναντι
διαμερίσματος τον λόγο της ξαφνικής
έμπνευσής του να καρφώνει τα μάτια της
πάνω του. Τον διαπέρασε ένα κύμα ρίγους.
<<Ποιά
είσαι;>> ψιθύρισε απαλά.
Είχε
αρχίσει να χτυπάει το τηλέφωνο. Η
αναγνώριση κλίσης έδειχνε το όνομα του
εκδοτικού οίκου του. Το σήκωσε.
<<Παρακαλώ;>>
είπε ο Φίλιππος.
<<Γειά
σας. Είμαι η καινούρια γραμματέας του
εκδόσεων Λίβα. Σας κάλεσα για να σας
ενημερώσω ότι η αποστολή του εγγράφου
σας ήταν επιτυχής και πως θα έχετε
ειδοποιηθεί για την έγκρισή του μέσω
e-mail σε δυο με τρεις
ημέρες.>>
<<Έγκριση;>>
απάντησε εκνευρισμένος ο Φίλιππος,
<<Ποιά έγκριση; Τα βιβλία μου δεν
εγκρίνονται, απλά διορθώνονται και
δημοσιεύονται. Έχουμε πολύ συγκεκριμένη
συμφωνία!>>.
<<Με
συγχωρείτε, αλλά εγώ δεν έχω ενημερωθεί
για καμία άμεση έγκριση>> έκανε παγερά
η γραμματέας, <<Θα λάβετε σύντομα
e-mail ή τηλεφώνημα για
περεταίρω πληροφορίες. Καλή σας μέρα>>.
Το
ακουστικό γλίστρησε μέσα από τα δάχτυλα
του Φίλιππου. Πραγματικά οι εκδόσεις
Λίβας όντως είχαν συμφωνήσει στην άμεση
έκδοση των βιβλίων του. Έπιασε ξανά το
ακουστικό και με τρεμάμενα χέρια κάλεσε
τον προσωπικό αριθμό του κυρίου Λίβα.
<<Λίβας,
λέγετε;>> ακούστηκε μια βραχνή φωνή
μέσα από το ακουστικό.
<<Φίλιππος
εδώ>> απάντησε ήρεμα.
<<Α...>>
ανέτεινε ο Λίβας, << Το περίμενα ότι
θα μου τηλεφωνήσεις. Με συγχωρείς
Φίλιππε, αλλά τα πράγματα θα είναι
διαφορετικά από εδώ και πέρα>>
<<Τι
εννοείτε κύριε Λίβα; Έχουμε συμφωνία.
Εδώ και χρόνια. Βασιζόμουν πάνω σε
αυτήν>> βρυχήθηκε ο Φίλλιπος
προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία
του.
<<Προσπάθησε
σε παρακαλώ να μην παρεξηγήσεις νεαρέ μου,
αλλά τα βιβλία σου δεν κάνουν και τις
καλύτερες πωλήσεις. Με τα χίλια ζόρια
έχουν πουλήσει κάποια αντίτυπα. Με
συγχωρείς, αλλά από εδώ και πέρα δεν θα
μπορώ να εκδίδω τα βιβλία σου αν πρώτα
δεν περάσουν από έγκριση>>.
Ο
Φίλιππος ένιωθε να πνίγεται από θυμό.
Τα χέρια του και τα πόδια του έτρεμαν.
Σιγά σιγά έχανε την υπομονή του.
<<Λίβα,
άκου να σου πω, αυτό έπρεπε να μου του
είχες πει πριν αρχίσω να γράφω το βιβλίο.
Πριν με πιέσεις, πριν μου βάλεις αυτή
τη γαμημένη τη διορία. Αν το ήξερα θα
έπαιρνα τα μπογαλάκια μου να πάω σε
κάποιον πιο σοβαρό εκδοτικό οίκο. Έναν
εκδοτικό οίκο στον οποίο τα βιβλία μου
θα είχαν μέλλον>>, τώρα πια ο Φίλιππος
είχε χάσει εντελώς την ψυχραιμία του.
<<Λυπάμαι
Φίλιππε, λυπάμαι πολύ. Δεν περίμενα αυτή
την αντίδραση από εσένα. Πίστευα ότι θα
το καταλάβεις. Νόμιζα πως ήξερες τις
δυνατότητές σου. Νόμιζα πως ήξερες πως
δεν σε παίρνει να έχεις απαιτήσεις. Αν
το θέλεις τόσο πολύ, θα βάλω την Νάντια
να καταστρέψει το έγγραφο. Από εμάς
είσαι ελεύθερος. Μπορείς τώρα να το
στείλεις σε άλλες εκδόσεις... αν κάποιος
σε λυπηθεί και το εκδώσει>> και με
αυτά τα τελευταία λόγια έκλεισε το
τηλέφωνο.
Ο
Φίλιππος είχε μείνει παγωμένος στη θέση
του, σφίγγοντας με όλη του τη δύναμη το
ακουστικό και κρατώντας τα μάτια του
καρφωμένα στον ξύλινο τοίχο. Ο Λίβας,
όχι μόνο τον πρόδωσε αλλά και τον
ταπείνωσε. Τα λόγια του ηχούσαν ακόμα
μέσα στο κεφάλι του Φιλίππου. Νόμιζα
πως ήξερες τις δυνατότητές σου. Έκλεισε
το ακουστικό και κατευθύνθηκε ξανά προς
την κρεβατοκάμαρα.
Έσκασε
με μεγάλη φόρα πάνω στο υπέρδιπλο ξύλινο
κρεββάτι. <<Σκατά, σκατά, σκατά>>
έλεγε πνίγοντας τις κραυγές του στο
μαξιλάρι <<Τι στο διάολο θα κάνω
τώρα;>>. Κάτι συνέβαινε. Κάτι δεν
πήγαινε καλά. Αυτός ο άνθρωπος με τον
οποίο μιλούσε στο τηλέφωνο δεν ήταν ο
Λίβας. Δεν θα του το έκανε ποτέ αυτό. Του
είχε υποσχεθεί. Τον είχε κάνει να νιώθει
ασφάλεια. Γύρισε ανάσκελα και έπιασε
να κοιτάζει το ταβάνι. Αν τον ρωτούσες
πριν λίγες ώρες αν πίστευε ότι τα πράγματα
θα έπαιρναν τέτοια τροπή θα έλεγε πως
ήσουν τρελός. Καθώς μελετούσε τις ρωγμές
του ταβανιού άρχισε να ηρεμεί. Η αναπνοή
του επιβράδυνε Οι καρδιά του άρχισε να
χτυπάει πιο αργά. Τα μάτια του έκλειναν.
Τον έπαιρνε ο ύπνος.