Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Φίλιππος- Κεφάλαιο Δεύτερο


Κεφάλαιο δεύτερο


Σιρόπι σοκολάτας

Ο Φίλιππος ξύπνησε απότομα από ένα γνώριμο θόρυβο. Η Μάγδα φρόντιζε πάντα να χτυπάει την πόρτα του δωματίου του πολύ ελαφριά για να μην τον ενοχλεί. Κοίταξε πανικόβλητα το ρολόι του. Ευτυχώς η ώρα ήταν μόνο 5:30 το πρωί. Ξημέρωνε Δευτέρα. Τον είχε πάρει ο ύπνος στην καρέκλα του, τώρα όμως τον ενοχλούσε ο αυχένας. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά για να απαλύνει λίγο τον πόνο.
<<Μπορώ να μπω;>> ρώτησε σιγανά η Μάγδα από την άλλη πλευρά της πόρτας.
<<Μπες>> απάντησε παγερά. Η πόρτα άνοιξε αργά αλλά η Μάγδα δε προχώρησε παραπάνω από ένα βήμα. Ήταν σαν να ήθελε να κρατήσει μια απόσταση ασφαλείας ανάμεσα τους.
<<Θα φύγω σήμερα>> ανακοίνωσε, << Σου έχω αφήσει φαγητό στην κατάψυξη. Φτάνει για όλη την εβδομάδα. Επίσης έφτιαξα λουκουμάδες για πρωινό και τους άφησα στο τραπέζι. Αν θέλεις, στο πάνω δεξί ντουλάπι, έχει σιρόπι σοκολάτας. Τους ταιριάζει πολύ>>.
<<Ευχαριστώ>> είπε ανέκφραστα ο Φίλιππος, <<Θα τα πούμε την ερχόμενη Παρασκευή...>>
<<Το βιβλίο;>> τον διέκοψε αγχωμένα η Μάγδα.
<<Τέλειωσα...το τέλειωσα.>> την καθησύχασε αυτός.<<Πήγαινε τώρα, έχω κάποιες διορθώσεις να κάνω. Όταν έχω οποιοδήποτε νέο θα σου τηλεφωνήσω>> της είπε καθώς σηκωνόταν από το γραφείο.
Η αλήθεια ήταν πως ακόμα κι αν δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τους υπόλοιπους ανθρώπους απογοητεύονταν όταν έβλεπε τη Μάγδα να φεύγει, χωρίς όμως να ξέρει γιατί. Πάντα απορούσε γιατί δεν ερχόταν να μείνει μόνιμα μαζί του εφόσον δεν είχε κάποιον άλλο στον κόσμο. Παρ' όλα αυτά ποτέ δεν της το είχε προτείνει κι ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια.
Αφού την ξεπροβόδισε με ένα ψεύτικο χαμόγελο και έκλεισε την πόρτα πίσω του, έκανε να επιστρέψει στο δωμάτιό του. Όσοι μισθοί προσέλθετε, σκέφτηκε στην ιδέα της έκδοσης του βιβλίου του. Είχε γράψει άλλα δύο. Το ένα ήταν νουβέλα, “Μικρές ιστορίες του βάλτου” το είχε ονομάσει. Το άλλο και το αγαπημένο του ήταν η βιογραφία ενός φανταστικού προσώπου. Ούτε ο ίδιος του ο εκδότης δεν είχε καταλάβει ότι το πρόσωπο αυτό δεν ήταν υπαρκτό. <<Ποιος είναι αυτός ο Πρίμλι;>>, τον είχε ρωτήσει, <<Τον ξέρει κανένας;>>, μα έλα που η ιδέα του για φανταστηκό πρόσωπο δεν έπιασε. Έτσι αυτό το βιβλίο κατέληξε να περιμένει σκονισμένο στα πίσω ράφια των βιβλιοπωλείων.
Η γειτονιά είχε αρχίσει να ξυπνάει. Ο πλανόδιος οπωροπώλης περνούσε από κάτω με το καρότσι του. Η κυρία Μίνα, την οποία απεχθανόταν ο Φίλιππος, βάδιζε πέρα δώθε στο από πάνω διαμέρισμα και από απέναντι ακούγονταν πάλι μουσική. Άλλο τραγούδι σήμερα, σκέφτηκε αυτός, ποιος στο καλό μένει απέναντι; Πλησίασε το παράθυρο, ακούμπησε τα χέρια του στο παγωμένο περβάζι και έβγαλε το κεφάλι του έξω. Προσπαθούσε να διακρίνει την οποιαδήποτε φιγούρα ανάμεσα από τις μισόκλειστες κουρτίνες αλλά απέτυχε. <<Ευχαριστώ>> ψιθύρισε κοιτάζοντας το απέναντι παράθυρο κι έκανε ένα βήμα πίσω.
Ξαφνικά τον περιέλουσε ένα αίσθημα έντονης ανησυχίας καθώς θυμήθηκε το βιβλίο. Έκλεισε κατευθείαν το παράθυρο και ξανακάθησε το γραφείο του. Δεν υπάρχει χρόνος για διορθώσεις, στείλτο να πάει στα κομμάτια, σκέφτηκε. E-mail, επισύναψη αρχείου, αποστολή επιτυχής. Άφησε τα χέρια ελεύθερα δεξιά και αριστερά του, τέντωσε τα πόδια του κάτω από το γραφείο και άφησε το κεφάλι του να πέσει ελεύθερα προς τα πίσω και κοίταξε το ταβάνι. Ξεφύσηξε τόσο δυνατά που οι κουρτίνες του διπλανού παραθύρου κουνήθηκαν ελαφρώς. Αυτό ήταν.
Ακούστηκε ένα γουργουρητό από το στομάχι του. Η ανακούφιση του θύμισε την πείνα του. Το βράδυ δεν είχε καταφέρει να φάει και του ήρθαν στο μυαλό οι λουκουμάδες. Έφερε το πρωινό του στο δωμάτιο. Ευχαρίστησε άλλη μια φορά τη Μάδγα από μέσα του και με συντροφιά την αργή μουσική που ερχότανε από απέναντι άρχισε να τρώει. Καταβρόχθισε με μανία όλο το πιάτο με τους λουκουμάδες και ήπιε μονομιάς το χυμό πορτοκάλι που είχε φέρει μαζί του. Μερικά λεπτά αργότερα ένιωθε περισσότερο φουσκωμένος απ' ότι έπρεπε.
Άνοιξε το τελευταίο συρτάρι του παλιού ετοιμόρροπου γραφείου κι έβγαλε από μέσα ένα ξεφτυσμένο πακέτο τσιγάρα που είχε αγοράσει πριν την κηδεία της μητέρας του. Έβαλε ένα στο στόμα και το άναψε. Είχε μήνες να καπνίσει και η πρώτη γεύση του έφερε αηδία. Μέχρι να τελειώσει αυτό το ένα και μοναδικό τσιγάρο ένα σύννεφο καπνού είχε κατακλύσει ολόκληρο το δωμάτιο. Οι ακτίνες του ήλιου που έμπαιναν μέσα από το παράθυρο κολάκευαν τον καπνό. Ο Φίλιππος έμενα να το κοιτάζει. Και μετά τον χτύπησε. Τι θα έκανε ολόκληρη την εβδομάδα; Είχε νιώσει άνετα με τη συνήθειά του. Θα ξυπνούσε το πρωί, θα έτρωγε, θα αντάλλαζε δύο κουβέντες με την Μάγδα αν ήταν Σαββατοκύριακο και μετά θα έγραφε μέχρι να πιάσει νύχτα και να τον αφήσει η έμπνευση.
Του είχε λείψει πολύ ένα πολύ σημαντικό γι αυτόν συναίσθημα. Η ουσιαστική ανάγκη για συγγραφή. Δεν είναι πολύ ενοχλητικό να σε πνίγει η ανάγκη της συγγραφής αλλά να μην βρίσκεις ποτέ το σωστό θέμα; Το θέμα που θα σε γέμιζε. Το θέμα που θα σε έκανε να περνάς ολόκληρες τις μέρες και τις νύχτες σου πάνω από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή σου. Το θέμα της ζωής σου. Αυτό που θα σε έκανε να μετανιώνεις την ώρα και τη στιγμή που άρχισες να το γράφεις γιατί τώρα δεν μπορείς να ζείς χωρίς αυτό, που σε κάνει να νιώθεις άσχημα κάθε λεπτό που τα δάχτυλά σου δεν γράφουν. Αυτό το αίσθημα το είχε νιώσει μόνο μία φορά.
Η Μάγδα ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε διαβάσει όλα του τα βιβλία. Την προσέγγιζε κάθε φορά που τελείωνε ένα βιβλίο του μήπως και αποσπάσει κάποιου είδους κριτική ή έστω κάποιο σχόλιο αλλά η Μάγδα έκλεινε το βιβλίο, του χαμογελούσε και ξαναεπέστρεφε στην κουζίνα χωρίς να βγάλει άχνα. Τότε ο Φίλιππος επέστρεφε στο δωμάτιό του απογοητευμένος και έβγαινε πάλι έξω μόνο όταν έφευγε η αμηχανία που αισθανόταν. Μόνο ανασφαλείς άνθρωποι γίνονται συγγραφείς, είχε πει στον εαυτό του.
Ακούστηκε ένας δυνατός κρότος από κάπου κοντά και μετά άλλος ένας και άλλος ένας και γύρισε προς το ανοιχτό παράθυρο. Ανασηκώθηκε, γούρλωσε τα μάτια του και είδε μέσα από τις τώρα ανοιχτές κουρτίνες του απέναντι διαμερίσματος τον λόγο της ξαφνικής έμπνευσής του να καρφώνει τα μάτια της πάνω του. Τον διαπέρασε ένα κύμα ρίγους.
<<Ποιά είσαι;>> ψιθύρισε απαλά.
Είχε αρχίσει να χτυπάει το τηλέφωνο. Η αναγνώριση κλίσης έδειχνε το όνομα του εκδοτικού οίκου του. Το σήκωσε.
<<Παρακαλώ;>> είπε ο Φίλιππος.
<<Γειά σας. Είμαι η καινούρια γραμματέας του εκδόσεων Λίβα. Σας κάλεσα για να σας ενημερώσω ότι η αποστολή του εγγράφου σας ήταν επιτυχής και πως θα έχετε ειδοποιηθεί για την έγκρισή του μέσω e-mail σε δυο με τρεις ημέρες.>>
<<Έγκριση;>> απάντησε εκνευρισμένος ο Φίλιππος, <<Ποιά έγκριση; Τα βιβλία μου δεν εγκρίνονται, απλά διορθώνονται και δημοσιεύονται. Έχουμε πολύ συγκεκριμένη συμφωνία!>>.
<<Με συγχωρείτε, αλλά εγώ δεν έχω ενημερωθεί για καμία άμεση έγκριση>> έκανε παγερά η γραμματέας, <<Θα λάβετε σύντομα e-mail ή τηλεφώνημα για περεταίρω πληροφορίες. Καλή σας μέρα>>.
Το ακουστικό γλίστρησε μέσα από τα δάχτυλα του Φίλιππου. Πραγματικά οι εκδόσεις Λίβας όντως είχαν συμφωνήσει στην άμεση έκδοση των βιβλίων του. Έπιασε ξανά το ακουστικό και με τρεμάμενα χέρια κάλεσε τον προσωπικό αριθμό του κυρίου Λίβα.
<<Λίβας, λέγετε;>> ακούστηκε μια βραχνή φωνή μέσα από το ακουστικό.
<<Φίλιππος εδώ>> απάντησε ήρεμα.
<<Α...>> ανέτεινε ο Λίβας, << Το περίμενα ότι θα μου τηλεφωνήσεις. Με συγχωρείς Φίλιππε, αλλά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά από εδώ και πέρα>>
<<Τι εννοείτε κύριε Λίβα; Έχουμε συμφωνία. Εδώ και χρόνια. Βασιζόμουν πάνω σε αυτήν>> βρυχήθηκε ο Φίλλιπος προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του.
<<Προσπάθησε σε παρακαλώ να μην παρεξηγήσεις νεαρέ μου, αλλά τα βιβλία σου δεν κάνουν και τις καλύτερες πωλήσεις. Με τα χίλια ζόρια έχουν πουλήσει κάποια αντίτυπα. Με συγχωρείς, αλλά από εδώ και πέρα δεν θα μπορώ να εκδίδω τα βιβλία σου αν πρώτα δεν περάσουν από έγκριση>>.
Ο Φίλιππος ένιωθε να πνίγεται από θυμό. Τα χέρια του και τα πόδια του έτρεμαν. Σιγά σιγά έχανε την υπομονή του.
<<Λίβα, άκου να σου πω, αυτό έπρεπε να μου του είχες πει πριν αρχίσω να γράφω το βιβλίο. Πριν με πιέσεις, πριν μου βάλεις αυτή τη γαμημένη τη διορία. Αν το ήξερα θα έπαιρνα τα μπογαλάκια μου να πάω σε κάποιον πιο σοβαρό εκδοτικό οίκο. Έναν εκδοτικό οίκο στον οποίο τα βιβλία μου θα είχαν μέλλον>>, τώρα πια ο Φίλιππος είχε χάσει εντελώς την ψυχραιμία του.
<<Λυπάμαι Φίλιππε, λυπάμαι πολύ. Δεν περίμενα αυτή την αντίδραση από εσένα. Πίστευα ότι θα το καταλάβεις. Νόμιζα πως ήξερες τις δυνατότητές σου. Νόμιζα πως ήξερες πως δεν σε παίρνει να έχεις απαιτήσεις. Αν το θέλεις τόσο πολύ, θα βάλω την Νάντια να καταστρέψει το έγγραφο. Από εμάς είσαι ελεύθερος. Μπορείς τώρα να το στείλεις σε άλλες εκδόσεις... αν κάποιος σε λυπηθεί και το εκδώσει>> και με αυτά τα τελευταία λόγια έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο Φίλιππος είχε μείνει παγωμένος στη θέση του, σφίγγοντας με όλη του τη δύναμη το ακουστικό και κρατώντας τα μάτια του καρφωμένα στον ξύλινο τοίχο. Ο Λίβας, όχι μόνο τον πρόδωσε αλλά και τον ταπείνωσε. Τα λόγια του ηχούσαν ακόμα μέσα στο κεφάλι του Φιλίππου. Νόμιζα πως ήξερες τις δυνατότητές σου. Έκλεισε το ακουστικό και κατευθύνθηκε ξανά προς την κρεβατοκάμαρα.
Έσκασε με μεγάλη φόρα πάνω στο υπέρδιπλο ξύλινο κρεββάτι. <<Σκατά, σκατά, σκατά>> έλεγε πνίγοντας τις κραυγές του στο μαξιλάρι <<Τι στο διάολο θα κάνω τώρα;>>. Κάτι συνέβαινε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Αυτός ο άνθρωπος με τον οποίο μιλούσε στο τηλέφωνο δεν ήταν ο Λίβας. Δεν θα του το έκανε ποτέ αυτό. Του είχε υποσχεθεί. Τον είχε κάνει να νιώθει ασφάλεια. Γύρισε ανάσκελα και έπιασε να κοιτάζει το ταβάνι. Αν τον ρωτούσες πριν λίγες ώρες αν πίστευε ότι τα πράγματα θα έπαιρναν τέτοια τροπή θα έλεγε πως ήσουν τρελός. Καθώς μελετούσε τις ρωγμές του ταβανιού άρχισε να ηρεμεί. Η αναπνοή του επιβράδυνε Οι καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο αργά. Τα μάτια του έκλειναν. Τον έπαιρνε ο ύπνος.


Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Φίλιππος- Κεφάλαιο Πρώτο


Κεγάλαιο Πρώτο

Η κουνιστή καρέκλα

Ο Φίλιππος χτυπούσε τα κουμπιά του πληκτρολογίου με μανία. Από αυτά έβγαιναν ακαθόριστα γράμματα κι αυτός ευχόταν πως τα κουμπιά θα έπαιρναν πρωτοβουλία και θα σχημάτιζαν από μόνα τους λέξεις. Έχω διορία, έλεγε από μέσα του, έχω διορία, πρέπει να τελειώσει σήμερα. Κοίταξε το δερμάτινο ρολόι του. Ευτυχώς ήταν ακόμα σήμερα, εννιά το βράδυ. Δεν ήταν άνθρωπος που μπoρούσε να δημιουργήσει υπό καθεστώς πίεσης και στην προκειμένη περίπτωση του είχε μείνει μονάχα ένα τελευταίο κεφάλαιο για να ολοκληρωθεί το καινούριο του βιβλίο με όνομα “Ο Δράκουλας της Στοκχόλμης”.
Ακούμπησε το κεφάλι του στο πληκτρολόγιο και έμεινε να ακούει τον χαρακτηριστηκό ήχο που κάνει ο υπολογιστής όταν βγάζει σφάλμα. «Α, για άκου να σου πω...» είπε στο μηχάνημα «δεν βοηθάς καθόλου» ξεφύσηξε.
«Το φαγητό είναι έτοιμο!», ακούστηκε η φωνής της Μάγδας από την άλλη άκρη του σπιτιού. «Είναι το αγαπημένο σου».
«Δρακουλίνια;» μουρμούρισε αυτός μέσα από τα δόντια του.
Η Μάγδα ήταν μια υπέργηρη οικιακή βοηθός που εργαζόταν στο σπίτι από όταν ο Φίλιππος ήταν έφηβος. Όταν η μητέρα του πέθανε, η Μάγδα ζήτησε από τον Φίλιππο να συνεχίσει να έρχεται στο σπίτι ακόμα και χωρίς αμοιβή, καθώς του έτρεφε μεγάλη αδυναμία και τον είχε κάνει δεύτερο παιδί της. Αυτός, που τώρα πια κοιμόταν στο δωμάτιο της μητέρας του, για αντάλλαγμα της παραχώρησε το παλιό του δωμάτιο για να μένει τα σαββατοκύριακα που έρχονταν στο σπίτι. Αυτή του ετοίμαζε φαγητό για ολόκληρη την εβδομάδα και καθάριζε το σπίτι.
Ο Φίλιππος δεν ασχολούνταν με τα εγκόσμια. Έβρισκε εντελώς ανούσιο το μαγείρεμα, το καθάρισμα, τις τυπικές διαδικασίες και τις όποιες αλληλεπιδράσεις με άλλους ανθρώπους. Η Μάγδα του έλεγε ότι είναι ακόμα πολύ νωρίς, ότι έχει ακόμα χρόνο, πως είναι μόνο τριανταπέντε χρονών και πως ακόμα κι αν δεν του έχει δημιουργηθεί η ανάγκη να συμπεριλάβει ανθρώπους στη ζωή του θα του συμβεί στο μέλλον. Αυτός από την άλλη πίστευε πως θα καταλήξει μόνος του κι αυτό δεν τον πείραζε καθόλου. Αν έδινε σημασία όμως στα λόγια κάποιου, αυτός ο κάποιος ήταν η Μάγδα και ο εκδότης του. Τη Μάδγα γιατί τον μεγάλωσε και τον εκδότη του γιατί τον πληρώνει.
Σηκώθηκε από την κουνιστή καρέκλα του γραφείου του και έσυρε τα μουδιασμένα από την πολύωρη ακινησία πόδια του προς την κουζίνα. Η Μάγδα είχε στρώσει το μικρό στρογγυλό τραπέζι. Ένα σερβίτσιο γι αυτόν από τη μια πλευρά, ένα πλαστικό μπωλ πακεταρισμένο για την ίδια από την άλλη.
«Κάτσε να φας μαζί μου» ψιθύρισε ο Φίλιππος.
Η Μάγδα σήκωσε τα φρύδια της σα να μη πίστευε αυτό που μόλις άκουσε.
«Είσαι σίγουρος;» είπε χαμηλόφωνα.
Στο πρόσωπο του σχηματίστικε ένα μικρό χαμόγελο. Δεν χρειάστηκε να πει τίποτε παραπάνω καθώς η Μάγδα λίγα δευτερόλεπτα αργότερα είχε ήδη κάτσει στο τραπέζι με το φαγητό της τοποθετημένο πάλι σε σερβίτσιο.
«Καλή όρεξη» του είπε.
Το μικρό τραπέζι είχε πάνω του λογιών λογιών φαγητά. Ένα μεγάλο μπωλ κρεμμυδόσουπα, ψητό κοτόπουλο, πένες με άσπρη σάλτσα και για επιδόρπιο δύο μικρά πιατάκια με μους σοκολάτα.
«Τι γίνετε με το βιβλίο;» αναφώνησε η Μάγδα σπάζοντας τη σιωπή. Ο Φίλιππος δεν είπε τίποτα παρά μόρφασε. «Κατάλαβα» απάντησε αυτή.
«Πρέπει να το έχω στείλει ως της 7 το πρωί, αύριο. Μου έχει μείνει ένα κεφάλαιο. Ένα και μοναδικό και όλα τα σχέδια που είχα γι αυτό εξαφανίστηκαν. Δε μπορώ να σκεφτώ τίποτα» είπε αργόσυρτα αυτός. Παράτησε το πιρούνι πάνω στο τραπέζι κι άρχισε να παίζει νευρικά με τα μακρυά μαύρα μαλλιά του.
«Δεν είχες κάνει κάποιο προσχέδιο;» αναφώνησε η Μάγδα όλο ενθουσιασμό. «Διάβαζα προχθές τη βιογραφία του Μάρκους Μπενθαμ κι έγραφε μέσα ότι οι μεγαλύτεροι συγγραφείς ξέρουν ήδη το τέλος των βιβλίων τους και χρησιμοποιούν αυτό ως πυξίδα». Αυτός την κοίταξε έκπληκτος.
«Είχα προσχέδιο, αλλά όσο έγραφα τόσο άλλαζε η πορεία του βιβλίου μου και τώρα πια δε ξέρω που θέλω να καταλήξω» έκανε ο Φίλιππος. «Συγχώρεσέ με όμως τώρα, αν δε τελειώσω δεν θα έχω να φάω σε λίγο καιρό».
Σηκώθηκε από την καρέκλα και ως προς έκπληξη και των δύο της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο, επέστρεψε στο δωμάτιό του άναψε την λάμπα του και ξανακάθισε για πολλοστή φορά στην κουνιστή του καρέκλα.
Έλεγε την αλήθεια. Είχαν περάσει 5 χρόνια από την τελευταία φορά που είχε γράψει το οτιδήποτε και τον τελευταίο χρόνο πάλευε να τελειώσει αυτό το βιβλίο. Μισή σελίδα την ημέρα έγραφε και πάντα με το ζόρι. Αν δεν τελείωνε αυτό το βιβλίο δεν θα είχε κανένα εισόδημα. Πολλές φορές αναρωτήθηκε γιατί το πράγμα που αγαπάει περισσότερο στον κόσμο ξαφνικά του φαινόταν τόσο δύσκολο, καταναγκαστικό και σχεδόν ακατόρθωτο.
Ακούμπησε ξανά τα δάχτυλά του στα πλήκτρα και άρχισε να γράφει ασυναρτησίες. Μέσα στο υποφωτισμένο δωμάτιο αλλά και στο υπόλοιπο σπίτι επικρατούσε σχεδόν απόλυτη ησυχία. Το μόνο που ακούγονταν ήταν τα ροχαλητά της Μάγδας από το διπλανό δωμάτιο που έδιναν την αίσθηση ότι το σπίτι θα γκρεμίζονταν από λεπτό σε λεπτό.
Control A. Διαγραφή. Όχι, όχι όλο το κείμενο. Αναίρεση. Ξεφύσηξε. Το ρολόι αυτή τη φορά έλεγε μια και τέταρτο και το ανοιγμένο έγγραφο στον υπολογιστή του Φίλιππου δεν έλεγε απολύτως τίποτα. Ένιωθε την πίεση μέσα στο κεφάλι του να κατακλύζει όλο του το σώμα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε δειλά να γράφει λέξεις. Η μόνη συνθήκη ήταν να βγάζουν νόημα, να οδηγούν κάπου, να λένε κάτι.
Από το διπλανό σπίτι άρχισε να ηχεί πολύ χαμηλά μουσική. Ο Φίλιππος χαμογέλασε ειρωνικά καθώς έπιασε να γράφει. Πληκτρολογούσε στο ρυθμό της μουσικής. Ένα, πέρασαν. Δύο, σχεδόν. Τρια, πενήντα. Τέσσερα, χρόνια. Το πληκτρολόγιο του υπολογιστή ξαφνικά θύμιζε πιάνο κι ο Φίλιππος ένας ερασιτέχνης πιανίστας που ξαφνικά βρήκε τον σωστό ρυθμό και όσο έπαιζε μουσική, τόσο πιο πολύ συνοχή έμοιαζε να έχει το κονσέρτο του. Και τότε η μουσική σταμάτησε.
«Όχι» φώναξε εξοργισμένος χτυπώντας με δύναμη το γραφείο. «Όχι, γαμώ το κέρατο μου... όχι». Το ροχαλητό σταμάτησε απότομα. Αίφνης σηκώθηκε όρθιος κι έτρεξε προς το μικρό παράθυρο. Άνοιξε διάπλατα τα παντζούρια και άρχισε να φωνάζει.
«Άνοιξέ το. Άνοιξε πάλι τη μουσική. Γύρνα πίσω...» η ένταση της φωνής του χαμήλωνε με την κάθε του λέξη. «Γύρνα πίσω».
«Βούλωσε το. Ο κόσμος κοιμάται τέτοια ώρα!» τσίριξε η κυρία Μίνα που έμενε στο από πάνω διαμέρισμα.
Ξάφνου συνειδητοποίησε πως δεν έχει ξανανιώσει μεγαλύτερη απογοήτευση σε ολόκληρη τη ζωή του. Ξανακάθησε στην κουνιστή καρέκλα και ακούμπησε το κεφάλι του για άλλη μια φορά στο πληκτρολόγιο. Ο διαπεραστικός ήχος του σφάλματος τρυπούσε τον εγκέφαλό του αλλά αυτός είχε πάψει πια να δίνει σημασία και καθώς το κεφάλι του πληκτρολογούσε για μια τελευταία φορά το Control A, από το απέναντι διαμέρισα άρχισε να ξαναπαίζει χαμηλά η μουσική.